• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sluice n(water channel, canal)δίοδος ουσ θηλ
  κανάλι ουσ ουδ
 The sluice was flooded after the thunderstorm.
sluice,
sluice gate
n
(water gate)θυρόφραγμα ουσ ουδ
  υδατοφράκτης ουσ αρσ
 The city is repairing the sluice gate to prevent flooding.
sluice [sth] vtr(drain, empty of water)αδειάζω ρ μ
 (κατά λέξη)αδειάζω χρήσει θυροφράγματος περίφρ
sluice [sth] vtr(flush with water)πλένω, ξεπλένω ρ μ
 The young sailor's job was to sluice the decks of the ship.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sluice n(drain)σιφόνι ουσ ουδ
 The water from the hose drained through a sluice in the middle of the room.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
sluice room n(hospital area where items are rinsed out)πλυσταριό νοσοκομείου περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sluice gate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sluice gate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!